Το  τοπίο  του  Βυθού  είναι  αναμφισβήτητα  από  τα  πιο  ορεινά της Ελλάδας. Κανένα άλλο χωριό του Βοΐου δεν είναι χτισμένο σε τόσο άγριο και δυσπρόσιτο τόπο. Όμως,  το μεγαλείο  της φύσης που περιβάλλει  το  Βυθό  έμεινε  ανέγγιχτο στο πέρασμα του χρόνου. Στο Βυθό σώζονται τρία πανέμορφα πέτρινα γεφύρια. Το πρώτο ονομάζεται ‘‘το γεφύρι της Λένως’’, το δεύτερο γεφύρι, το ‘‘γεφυράκι του Κουκουτσίλη’’, είναι λίγο μεγαλύτερο και βρίσκεται στον κάτω Βυθό, κατηφορίζοντας από το πηγάδι ‘‘Μπνάρι’’. Ενώνει τις δύο όχθες του ρέματος του Καραουλιού, το οποίο συχνά κατά το χειμώνα και την άνοιξη γίνεται αρκετά ορμητικό και το  μεγαλύτερο από τα τρία γεφύρια, το οποίο εξυπηρετούσε κι αυτό τις καθημερινές μετακινήσεις από και προς τον Πεντάλοφο.

Το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος βρίσκεται στο δυτικό άκρο της επαρχίας Βοΐου, 7 χιλιόμετρα έξω από το χωριό Βυθός. Η παρουσία του επιβλητική, όπως και το τοπίο και το βουνό και το δάσος που το περιβάλει, καθώς προβάλλει απροειδοποίητα σε κάποια στροφή του δρόμου που οδηγεί εκεί τους προσκυνητές από τα τριγύρω χωριά και από κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Το μοναστήρι στη σημερινή του θέση και με την τωρινή του μορφή, σύμφωνα με γραπτές σημειώσεις του κτίτορα Νεοφύτου και τις επιγραφές του καθολικού, έχει κτισθεί στο χρονικό διάστημα 1792-1800. Ο ναός, τοποθετημένος στο κέντρο του ορθογωνίου τετραπλεύρου, κυριαρχεί και από τη θέση που βρίσκεται και από τον όγκο του. Μορφολογικά κατατάσσεται στον αθωνικό ή αγιορείτικο τύπο με κεντρικό τρούλο και δύο μικρότερους στα γωνιακά διαμερίσματα του ιερού βήματος. Η ανέγερση ναού επιβλητικού σε μορφή και όγκο, με απομίμηση βυζαντινών προτύπων σε μία εποχή που κυριαρχούσε η ξυλόστεγη βασιλική και σε περιοχή που η περίφημη μαστροκλαφάδες της περιοχής εφάρμοζαν αρχιτεκτονικά σχέδια άσχετα με την βυζαντινή παράδοση, δείχνει ότι ήθελαν να κατασεκυάσουν κάτι το ξεχωριστό. Έτσι, έχτισαν το μεγαλόπρεπο καθολικό στον αθωνικό τύπο με τρούλο και πλάγιες κόγχες (χορούς) με βάση τα βυζαντινά αγιορείτικα πρότυπα.

Στο ιερό, η κεντρική πολυγωνική αψίδα (δεκατρείς πλευρές) προεξέχει εξωτερικά, ενώ οι κόγχες της πρόθεσης και του διακονικού εγγράφονται στο πάχος του ανατολικού τοίχου. Στη βόρεια πλευρά η κόγχη είναι επτάπλευρη με τυφλά αψιδώματα που φέρουν στις απολήξεις ισλαμίζοντα τόξα διπλής καμπυλότητας, ενώ η νότια κόγχη είναι εννιάπλευρη με τυφλά αψιδώματα και συμφυείς κιονίσκους.

Τα θέματα του διάκοσμου, φυτικά μοτίβα συμπλεκόμενα με πουλιά και ζώα, έχουν έντονη την κυριαρχία του μπαρόκ. Οι εικόνες, τα “δεσποτικά”, είναι εκφραστικότατες και φιλοτεχνήθηκαν το 1802 από τον Μιχαήλ Χιοναδίτη που αγιογράφησε όλο τον ναό. Ο καλλιτεχνικός πλούτος του μοναστηριού βρίσκεται στις τοιχογραφίες. Είναι ζωγραφισμένοι όλοι οι χώροι, τοίχοι, κόγχες, τρούλοι, μέχρι και τα ξύλινα δοκάρια που υποβαστάζουν τις θολωτές κατασκευές.

Ο ναός διαθέτει νάρθηκα-γυναικωνίτη, πάνω απ” τον οποίο βρίσκεται το παρεκκλήσι του Αγίου Μόδεστου. Η λίθινη οροφή του παρεκκλησίου, εξαιρετικά επιμελημένη, διαιρείται σε τρία μέρη μέσω δύο τόξων, τα οποία καλύπτονται με ισάριθμους, τυφλούς σφαιρικούς θόλους.

Στον κυρίως ναό, στην πρώτη ζώνη, απεικονίζονται ολόσωμοι άγιοι, στη δεύτερη άγιοι σε στηθάρια, στην τρίτη χριστολογικές σκηνές (Πάθη, Παραβολές) και στην τελευταία ζώνη οι παραστάσεις της Βάπτισης και της Μεταμόρφωσης στο τεταρτοσφαίριο του νότιου και βόρειου χορού αντίστοιχα. Στο ιερό βήμα απεικονίζονται στην αψίδα η Πλατυτέρα και η Κοινωνία των Αποστόλων, ο Μελισμός και οι Ιεράρχες. Τις υπόλοιπες επιφάνειες των τοίχων και των θόλων καλύπτουν διάφορα θέματα από το λειτουργικό, δογματικό και ιστοριολογικό κύκλο.

Όλος αυτός ο πλούτος είναι έργο ενός Ηπειρώτη αγιογράφου, του Μιχαήλ από το μικρό χωριό Χιονάδες, από όπου βγήκε ολόκληρη χορεία αγιογράφων. Το ξυλόγλυπτο, εξαιρετικής τέχνης, επιχρυσωμένο τέμπλο του ναού έχει κατασκευασθεί με την τεχνική του σκαλιστού στον αέρα.

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η προσφορά του μοναστηριού της Αγίας Τριάδας κατά τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908). Ηγούμενος της μονής κατά την περίοδο εκείνη ήταν ο ιερομόναχος και δάσκαλος Σεραφείμ Χονδροκώστας, ένας από τους χαρισματικότερους ηγέτες της. Στα χρόνια της ηγουμενίας του η μονή βρέθηκε στη μεγαλύτερη ακμή της.

Από το Βυθό και το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας πέρασαν και εξυπηρετήθηκαν με κάθε τρόπο οι οπλαρχηγοί Καπετάν Ζιάκας (αξιωματικός Γρηγόριος Φαληρέας), ο Καπετάν Λίτσας (αξιωματικός Αντώνιος Βλαχάκης), ο Καπετάν Μάλλιος, ο Καπετάν Λούκας Κόκκινος, ο Καπετάν Αρκούδας και πλήθος άλλων οπλαρχηγών και στρατιωτών. Ακόμη δεν πρέπει να ξεχαστεί ο Καπετάν Βάρδας (αξιωματικός Γεώργιος Τσόντος), που ανέλαβε μετά το θάνατο του Παύλου Μελά την Γενική Αρχηγία των Ελληνικών Σωμάτων στη Μακεδονία. Εκείνοι που τα ονόματα τους δεν τα μάθαμε ποτέ και δεν μνημονεύονται από κανέναν, είναι απείρως περισσότεροι. Από την περιοχή πέρασε επίσης και ο μεγάλος Μακεδονομάχος Παύλος Μελάς κατά το τελευταίο ταξίδι του στη Μακεδονία το 1904.

Το μοναστήρι συνεχίζει σήμερα, στην αυγή του 21ου αιώνα, την ιστορική του πορεία μετά από δύο και πλέον αιώνες ζωής και δράσης. Μια πορεία που είναι πλέον περισσότερο μοναχική και σιωπηλή, απ’ όσο ποτέ άλλοτε.
Πανηγυρίζει κάθε χρόνο του Αγίου Πνεύματος και χιλιάδες πιστοί προσέρχονται για να προσκυνήσουν την εικόνα της Αγίας Τριάδας.